γηγενής


γηγενής
земнородный, родившийся из земли

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "γηγενής" в других словарях:

  • γηγενής — earthborn masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηγενής — ές (AM γηγενής, ές) ο αυτόχθονας, αυτός που έχει γεννηθεί σ έναν τόπο νεοελλ. 1. αναφέρεται σ ένα ζωικό ή φυτικό ιθαγενές είδος μιας συγκεκριμένης περιοχής 2. ως ουσ. οι γηγενείς οι αυτόχθονες σε αντίθεση με τους πρόσφυγες και τους ξένους 3. φρ.… …   Dictionary of Greek

  • γηγενής — [гигэнис] επ. туземный, коренной …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γηγενῆ — γηγενής earthborn neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) γηγενής earthborn masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) γηγενής earthborn masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηγενεῖ — γηγενής earthborn masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) γηγενής earthborn masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηγενεῖς — γηγενής earthborn masc/fem acc pl γηγενής earthborn masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηγενέα — γηγενής earthborn neut nom/voc/acc pl (epic ionic) γηγενής earthborn masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηγενές — γηγενής earthborn masc/fem voc sg γηγενής earthborn neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηγενοῦς — γηγενής earthborn masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηγενέας — γηγενής earthborn masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηγενέες — γηγενής earthborn masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)